Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Open College


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο college παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Open | College
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
college n mainly US (higher education establishment) (μόνο ανώτατη εκπαίδευση)πανεπιστήμιο ουσ ουδ
  (ευρύτερα)σχολή ουσ θηλ
  (ευρύτερα)σπουδές ουσ θηλ πλ
 Did you go to college or start working after high school?
 Μετά το λύκειο έπιασες αμέσως δουλειά ή πήγες πανεπιστήμιο;
 Μετά το λύκειο έπιασες αμέσως δουλειά ή πήγες σε κάποια σχολή;
 Μετά το λύκειο έπιασες αμέσως δουλειά ή πήγες για σπουδές;
college n UK (further education establishment)κολέγιο ουσ ουδ
  (κατά λέξη)λύκειο που προετοιμάζει τους μαθητές για το πανεπιστήμιο
Σχόλιο: Για τη Μεγάλη Βρετανία. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I went to college to do my A levels.
college n UK, regional (secondary school)γυμνάσιο ουσ ουδ
 When she's 11, my daughter will start at our local college.
 Όταν γίνει 11 χρονών, η κόρη μου θα ξεκινήσει να φοιτά στο γυμνάσιο της περιοχής.
college n (small university) (δημόσιο)πανεπιστήμιο ουσ ουδ
  (Κύπρος: ιδιωτικό)κολέγιο ουσ ουδ
 She went to the local college and got a degree in psychology.
 Πήρε πτυχίο ψυχολογίας στο τοπικό πανεπιστήμιο.
 Πήρε πτυχίο ψυχολογίας από ένα τοπικό κολέγιο.
college n UK (university division) (αυτόνομη μονάδα πανεπιστημίου)σχολή ουσ θηλ
  (Ηνωμένο Βασίλειο)κολέγιο ουσ ουδ
 She's been accepted to read Modern Languages at one of the Cambridge colleges.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πανεπιστήμιο αποτελείται από τρεις σχολές: Μηχανολογίας, Τεχνών κι Επιστημών και Ιατρικής.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το Κολέγιο Τρίνιτι υπάγεται στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
college n (faculty and students) (πανεπιστημιακή)σχολή ουσ θηλ
 The whole college protested when tuition fees went up.
college n (association)σύλλογος ουσ αρσ
  (οργάνωση επαγγελματιών)επιμελητήριο ουσ ουδ
 The college of architects holds an annual meeting.
college n UK (public school)ιδιωτικό σχολείο επίθ + ουσ ουδ
  κολέγιο ουσ ουδ
 He was sent to an expensive college at the age of 13.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
college application n (to get into a college)αίτηση σε πανεπιστήμιο, αίτηση για το πανεπιστήμιο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης.
 My daughter was busy all weekend filling out college applications.
college boy n US (male student at a college)φοιτητής ουσ αρσ
  (παλαιό)κολεγιόπαιδο ουσ αρσ
 Let's walk across campus and try to find a cute college boy.
college boy n US (young college-educated man)νεαρός απόφοιτος πανεπιστημίου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης.
 The college boy thinks he'll be running the company in six months.
college degree n US (qualification: graduate degree)πτυχίο ουσ ουδ
  πτυχίο πανεπιστημίου φρ ως ουσ ουδ
 It is hard to get a teaching job without a college degree.
college football n US (played in college) (αμερικάνικο ποδόσφαιρο)κολεγιακό ποδόσφαιρο, πανεπιστημιακό ποδόσφαιρο περίφρ
 In some regions, college football is more popular than the professional league.
college girl n US (student: female)φοιτήτρια ουσ θηλ
 Today she's 40 and she still looks like a college girl.
college girl n US (woman: young, educated)νεαρή απόφοιτη πανεπιστημίου
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης.
college grad n informal, abbreviation, US (college graduate) (ΗΠΑ, συντ., καθομιλουμένη)απόφοιτος κολεγίου ουσ αρσ
 Vicky's mother scrubbed floors so her daughter could be a college grad.
college graduate n US ([sb] with a college qualification)πτυχιούχος, απόφοιτος, διπλωματούχος ουσ αρσ
college kid n US, informal (university-age student)φοιτητής, φοιτήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (σε κολέγιο, σπάνιο)κολεγιόπαιδο ουσ ουδ
  (ειρωνικό, καθαρεύουσα)κολεγιόπαις ουσ αρσ
 Some college kids came as volunteers to clean up after the hurricane.
college of architecture n (institution: teaches architecture)αρχιτεκτονική σχολή επίθ + ουσ θηλ
  αρχιτεκτονική ουσ θηλ
 Howard graduated from the college of architecture.
college of engineering n (school: teaches engineering)πολυτεχνείο ουσ ουδ
 Irene is studying at the college of engineering.
college of liberal arts n (school: general subjects)σχολή καλών τεχνών ουσ θηλ
 Keith is a lecturer at the college of liberal arts.
college of music n (school: teaches music)μουσικό πανεπιστήμιο επίθ + ουσ ουδ
 Helen has a degree from the college of music.
college student n ([sb] studying at a college)φοιτητής ουσ αρσ
 Henry is enjoying life as a college student.
college tuition n US (fees paid for further education)δίδακτρα πανεπιστημίου περίφρ
 Every year, I have to borrow thirty-thousand dollars to pay my college tution.
college-prep adj US, informal, abbreviation (filling college requirements)μη διαθέσιμη μετάφραση
college-preparatory,
college preparatory
adj
US (school: secondary)σχετικός με σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
community college n (educational institution)κολλέγιο ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 You can save thousands of dollars by taking courses at a community college before attending university.
electoral college n US (officials: vote for president)σώμα εκλεκτόρων ουσ ουδ
 In the US we do not vote directly for the president, but instead for representatives to the electoral college.
Eton n UK, abbreviation (Eton College) (κολλέγιο)Eton ουσ ουδ άκλ
Eton College n (private school in England)κολλέγιο Eton φρ ως ουσ ουδ
junior college n US (higher education)σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χαμηλότερου επιπέδου από το πανεπιστήμιο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 After Steve finished junior college, he went to the University of Iowa.
naval college n (training institution for the navy)Ανώτερη Ναυτική Σχολή ουσ θηλ
 After university, he attended naval college to start his training to become a naval helicopter pilot.
sixth form college n UK, regional (secondary school: 16-19)σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για παιδιά ηλικίας 16-19 ετών
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
technical college n (school of further and vocational education)τεχνικό κολλέγιο ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 At sixteen I went to a technical college to learn some practical subjects to prepare me for work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Open College στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Open College».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!