| Κύριες μεταφράσεις |
| college n | mainly US (higher education establishment) (μόνο ανώτατη εκπαίδευση) | πανεπιστήμιο ουσ ουδ |
| | (ευρύτερα) | σχολή ουσ θηλ |
| | (ευρύτερα) | σπουδές ουσ θηλ πλ |
| | Did you go to college or start working after high school? |
| | Μετά το λύκειο έπιασες αμέσως δουλειά ή πήγες πανεπιστήμιο; |
| | Μετά το λύκειο έπιασες αμέσως δουλειά ή πήγες σε κάποια σχολή; |
| | Μετά το λύκειο έπιασες αμέσως δουλειά ή πήγες για σπουδές; |
| college n | UK (further education establishment) | κολέγιο ουσ ουδ |
| | (κατά λέξη) | λύκειο που προετοιμάζει τους μαθητές για το πανεπιστήμιο |
| Σχόλιο: Για τη Μεγάλη Βρετανία. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| | I went to college to do my A levels. |
| college n | UK, regional (secondary school) | γυμνάσιο ουσ ουδ |
| | When she's 11, my daughter will start at our local college. |
| | Όταν γίνει 11 χρονών, η κόρη μου θα ξεκινήσει να φοιτά στο γυμνάσιο της περιοχής. |
| college n | (small university) (δημόσιο) | πανεπιστήμιο ουσ ουδ |
| | (Κύπρος: ιδιωτικό) | κολέγιο ουσ ουδ |
| | She went to the local college and got a degree in psychology. |
| | Πήρε πτυχίο ψυχολογίας στο τοπικό πανεπιστήμιο. |
| | Πήρε πτυχίο ψυχολογίας από ένα τοπικό κολέγιο. |
| college n | UK (university division) (αυτόνομη μονάδα πανεπιστημίου) | σχολή ουσ θηλ |
| | (Ηνωμένο Βασίλειο) | κολέγιο ουσ ουδ |
| | She's been accepted to read Modern Languages at one of the Cambridge colleges. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πανεπιστήμιο αποτελείται από τρεις σχολές: Μηχανολογίας, Τεχνών κι Επιστημών και Ιατρικής. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το Κολέγιο Τρίνιτι υπάγεται στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. |
Σύνθετοι τύποι:
|
| college application n | (to get into a college) | αίτηση σε πανεπιστήμιο, αίτηση για το πανεπιστήμιο περίφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης. |
| | My daughter was busy all weekend filling out college applications. |
| college boy n | US (male student at a college) | φοιτητής ουσ αρσ |
| | (παλαιό) | κολεγιόπαιδο ουσ αρσ |
| | Let's walk across campus and try to find a cute college boy. |
| college boy n | US (young college-educated man) | νεαρός απόφοιτος πανεπιστημίου |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης. |
| | The college boy thinks he'll be running the company in six months. |
| college degree n | US (qualification: graduate degree) | πτυχίο ουσ ουδ |
| | | πτυχίο πανεπιστημίου φρ ως ουσ ουδ |
| | It is hard to get a teaching job without a college degree. |
| college football n | US (played in college) (αμερικάνικο ποδόσφαιρο) | κολεγιακό ποδόσφαιρο, πανεπιστημιακό ποδόσφαιρο περίφρ |
| | In some regions, college football is more popular than the professional league. |
| college girl n | US (student: female) | φοιτήτρια ουσ θηλ |
| | Today she's 40 and she still looks like a college girl. |
| college girl n | US (woman: young, educated) | νεαρή απόφοιτη πανεπιστημίου |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία χρήσης. |
| college grad n | informal, abbreviation, US (college graduate) (ΗΠΑ, συντ., καθομιλουμένη) | απόφοιτος κολεγίου ουσ αρσ |
| | Vicky's mother scrubbed floors so her daughter could be a college grad. |
| college graduate n | US ([sb] with a college qualification) | πτυχιούχος, απόφοιτος, διπλωματούχος ουσ αρσ |
| college kid n | US, informal (university-age student) | φοιτητής, φοιτήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | (σε κολέγιο, σπάνιο) | κολεγιόπαιδο ουσ ουδ |
| | (ειρωνικό, καθαρεύουσα) | κολεγιόπαις ουσ αρσ |
| | Some college kids came as volunteers to clean up after the hurricane. |
| college of architecture n | (institution: teaches architecture) | αρχιτεκτονική σχολή επίθ + ουσ θηλ |
| | | αρχιτεκτονική ουσ θηλ |
| | Howard graduated from the college of architecture. |
| college of engineering n | (school: teaches engineering) | πολυτεχνείο ουσ ουδ |
| | Irene is studying at the college of engineering. |
| college of liberal arts n | (school: general subjects) | σχολή καλών τεχνών ουσ θηλ |
| | Keith is a lecturer at the college of liberal arts. |
| college of music n | (school: teaches music) | μουσικό πανεπιστήμιο επίθ + ουσ ουδ |
| | Helen has a degree from the college of music. |
| college student n | ([sb] studying at a college) | φοιτητής ουσ αρσ |
| | Henry is enjoying life as a college student. |
| college tuition n | US (fees paid for further education) | δίδακτρα πανεπιστημίου περίφρ |
| | Every year, I have to borrow thirty-thousand dollars to pay my college tution. |
| college-prep adj | US, informal, abbreviation (filling college requirements) | μη διαθέσιμη μετάφραση |
college-preparatory, college preparatory adj | US (school: secondary) | σχετικός με σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία. |
| community college n | (educational institution) | κολλέγιο ουσ ουδ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία |
| | You can save thousands of dollars by taking courses at a community college before attending university. |
| electoral college n | US (officials: vote for president) | σώμα εκλεκτόρων ουσ ουδ |
| | In the US we do not vote directly for the president, but instead for representatives to the electoral college. |
| Eton n | UK, abbreviation (Eton College) (κολλέγιο) | Eton ουσ ουδ άκλ |
| Eton College n | (private school in England) | κολλέγιο Eton φρ ως ουσ ουδ |
| junior college n | US (higher education) | σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χαμηλότερου επιπέδου από το πανεπιστήμιο |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία με το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| | After Steve finished junior college, he went to the University of Iowa. |
| naval college n | (training institution for the navy) | Ανώτερη Ναυτική Σχολή ουσ θηλ |
| | After university, he attended naval college to start his training to become a naval helicopter pilot. |
| sixth form college n | UK, regional (secondary school: 16-19) | σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για παιδιά ηλικίας 16-19 ετών |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| technical college n | (school of further and vocational education) | τεχνικό κολλέγιο ουσ ουδ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία |
| | At sixteen I went to a technical college to learn some practical subjects to prepare me for work. |